αλατοκορτικοειδή


αλατοκορτικοειδή
Ορμόνες που παράγονται στον φλοιό των επινεφριδίων και επηρεάζουν την ανταλλαγή των ιόντων Να+ και K+ στον οργανισμό. Οι ορμόνες αυτές είναι δύο: η αλδοστερόνη και η δεσοξυκορτικοστερόνη και ρυθμίζουν την έκκριση των ηλεκτρολυτών από τα νεφρά, έτσι ώστε να διατηρείται η ισορροπία νερού και ηλεκτρολυτών στον οργανισμό (κατακράτηση Ν+ και κατά δεύτερο λόγο χλωρίου και νερού-αποβολή Κ+). Η περίσσεια α. δημιουργεί οιδήματα γιατί αυξάνεται η περιεκτικότητα του Ν+ στο αίμα και ο οργανισμός συγκρατεί πολύ νερό. Αντίθετα, η έλλειψη α. έχει ως αποτέλεσμα να αποβάλλεται πολύ Να+ και νερό με τα ούρα και οι ιστοί να παθαίνουν αφυδάτωση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κορτικοστεροειδή — Στεροειδείς ορμόνες του φλοιού των επινεφριδίων, οι οποίες χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τα γλυκοκορτικοειδή και τα αλατοκορτικοειδή. Τα γλυκοκορτικοειδή παράγονται από τη σπειροειδή ζώνη του φλοιού των επινεφριδίων και εμπλέκονται,… …   Dictionary of Greek

  • επινεφρίδια — Ενδοκρινείς αδένες των σπονδυλωτών. Ο άνθρωπος και τα άλλα θηλαστικά φέρουν δύο ε., από ένα, σαν κάλυμμα, στον πάνω πόλο κάθε νεφρού. Πρόκειται για αδένες σχετικά μικρούς σε όγκο, που το συνολικό τους βάρος κυμαίνεται στον άνθρωπο από 8 έως 10 γρ …   Dictionary of Greek

  • ορμόνες — Ουσίες που επεξεργάζεται ο ζωικός οργανισμός και οι οποίες όταν εισέρχονται στην αιματική κυκλοφορία μεταφέρονται στα διάφορα όργανα για να διεγείρουν τη λειτουργία τους· οι ο. προορίζονται πράγματι για να ρυθμίζουν την ισορροπία μεταξύ των… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.